Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

δόσα (τα) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: δόσα̤ Προφορά: δόσεα
  1. δώρα η προίκα που δίνεται στη νύφη από τους οικείους της Πηγή: Ελληνικό Λεξικό Ποντιακής Διαλέκτου - Πολυχρόνη Ι. Μαυροκεφαλίδη

Παρατηρήσεις - Σχόλια