Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
δίψωμαν (το)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: δίψωμαν
Προφορά: δίψωμαν
αντίδωρο
κομμάτι αγιασμένου άρτου
Πηγή: Ελληνικό Λεξικό Ποντιακής Διαλέκτου - Πολυχρόνη Ι. Μαυροκεφαλίδη
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Συνώνυμα
ύψωμαν (το)
Παρατηρήσεις - Σχόλια