Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
διβόλισμα (το)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: διβόλισμα
Προφορά: διβόλισμα
το όργωμα που γίνεται για δεύτερη φορά στο χωράφι
Πηγή: Ελληνικό Λεξικό Ποντιακής Διαλέκτου - Πολυχρόνη Ι. Μαυροκεφαλίδη
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Ιδιωματική Εκδοχή
διβώλισμαν (το)
Παρατηρήσεις - Σχόλια