Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

εβγάλλω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: εβγάλλω Προφορά: εβγάλλω
  1. βγάλλω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Τα χαψία ’κ’ εβγαίν’νε, εβγάλλ’ν ατα. (βγάλλω)
    2) Έβγαλα το ψωμί μ’. (κερδίζω τα προς το ζην, βγάζω την κουραμάνα)
    3) Εβγάλλω τ’ όνομαν ατ’ς. (κακοφημίζω, κατηγορώ επί μοιχεία, κλοπή κλπ, συκοφαντώ)
    4) Εβγάλλω το πινα̤κίδ’. (τελειώνω)
    5) Εβγάλλω ασό ταφίν. (ανασκάφτω)
    6) Εβγάλλ’ ατον σον πρόσωπο μ’. (με την ανόητη συμπεριφορά μου τον ανάγκασα να αυθαδιάζει)

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ρήμα ἐκβάλλω

  2. βγάζω, κερδίζω, ανεβάζω Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  3. βγάζω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
  4. βγάζω Πηγή: Ελληνικό Λεξικό Ποντιακής Διαλέκτου - Πολυχρόνη Ι. Μαυροκεφαλίδη

Παρατηρήσεις - Σχόλια