Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
ανούχ (το)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: ανούχ'
Προφορά: ανούχ
το αρωματικό φυτό δυόσμος
Πηγή: Ελληνικό Λεξικό Ποντιακής Διαλέκτου - Πολυχρόνη Ι. Μαυροκεφαλίδη
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Συνώνυμα
δέσσμια (τα)
δέσσμια (τα)
Γενικά Σχόλια
Ενικός: ανούχιν/ ανούχ'
Πληθυντικός: ανούχια, ανούχα
Παρατηρήσεις - Σχόλια