Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ανούχ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ανούχ' Προφορά: ανούχ
  1. το αρωματικό φυτό δυόσμος Πηγή: Ελληνικό Λεξικό Ποντιακής Διαλέκτου - Πολυχρόνη Ι. Μαυροκεφαλίδη

Παρατηρήσεις - Σχόλια