Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

γυρόλιθον (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: γυρόλιθον Προφορά: γυρόλιθον
  1. πελεκημένες πέτρες βαλμένες στη βάση του φούρνου Πηγή: Ελληνικό Λεξικό Ποντιακής Διαλέκτου - Πολυχρόνη Ι. Μαυροκεφαλίδη

Παρατηρήσεις - Σχόλια