Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

δωδεκάχρονος (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: δωδεκάχρονος Προφορά: δωδεκάχρονος
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    δώδεκα χρονών

    Παράδειγμα:
    Κορτσόπον δωδεκάχρονον δό’ μα νερόν ας πίνω.

Παρατηρήσεις - Σχόλια