Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

γουρτάσανα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. γουρτάσανια , 2. γουρτάσανα̤ Προφορά: γουρτάσανεα
  1. αναφυλαξία, αλλεργία Πηγή: Ελληνικό Λεξικό Ποντιακής Διαλέκτου - Πολυχρόνη Ι. Μαυροκεφαλίδη

    Προέλευση:
    τουρκική

Παρατηρήσεις - Σχόλια