Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

γουρταραεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: γουρταραεύω Προφορά: γουρταραεύω
  1. σώζω, λυτρώνω, γλυτώνω απαλλάσσω από κίνδυνο Πηγή: Ελληνικό Λεξικό Ποντιακής Διαλέκτου - Πολυχρόνη Ι. Μαυροκεφαλίδη

Παρατηρήσεις - Σχόλια