Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

γουρζουλιάεται [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. γουρζουλιάεται , 2. γουρζουλά̤εται Προφορά: 1. γουρζουλιάεται , 2. γουρζουλεάεται
  1. λέμε αυτός που τρώει κάτι που δεν του ανήκει (μεταφορικά) Πηγή: Ελληνικό Λεξικό Ποντιακής Διαλέκτου - Πολυχρόνη Ι. Μαυροκεφαλίδη

Παρατηρήσεις - Σχόλια