Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

δυστυχία (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: δυστυχία Προφορά: δυστυχία
  1. στέρηση Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    από το ρήμα δυστυχώ = στερούμαι

    Παράδειγμα:
    Τρανόν δυστυχίαν επέρασεν η Σαντά.

Παρατηρήσεις - Σχόλια