Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

γνεφιζμέντσα (η) [Μετοχή]

Γραφή στην Ποντιακή: γνεφισμέντσα Προφορά: γνεφιζμέντσα
  1. ξύπνια, άυπνη Πηγή: Ελληνικό Λεξικό Ποντιακής Διαλέκτου - Πολυχρόνη Ι. Μαυροκεφαλίδη

Παρατηρήσεις - Σχόλια