Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

διδυμάρ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: διδυμάρ' Προφορά: διδυμάρ
  1. δίδυμος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Σαντάς

  2. δίδυμος Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  3. δίδυμος Πηγή: Ανέκδοτη Προσωπική Συλλογή Δημητριάδη Μάριου

    Πληθυντικός Αριθμός: τα διδυμάρεα

Παρατηρήσεις - Σχόλια