Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

γιανίκαρας (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: γιανίκαρας Προφορά: γιανίκαρας
  1. πανούκλα το έλκος στομάχου Πηγή: Ελληνικό Λεξικό Ποντιακής Διαλέκτου - Πολυχρόνη Ι. Μαυροκεφαλίδη

    Σχόλιο:
    είναι και κατάρα

Παρατηρήσεις - Σχόλια