Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

γιαλέα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: γιαλέα Προφορά: γιαλέα
  1. πήλινο πιάτο που ήταν γανωμένο με υαλώδη ουσία Πηγή: Ελληνικό Λεξικό Ποντιακής Διαλέκτου - Πολυχρόνη Ι. Μαυροκεφαλίδη

Παρατηρήσεις - Σχόλια