Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

εδρύδ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: εδρύδ' Προφορά: εδρύδ
  1. βελανιδιά δέντρο και καρπός Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Χρήση από:
    Κούσης

  2. το δέντρο δρυς Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    εδρύδ(ι)

Παρατηρήσεις - Σχόλια