Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

γηρεοφόρος (η) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: γηρεοφόρος Προφορά: γηρεοφόρος
  1. γερασμένη Πηγή: Ελληνικό Λεξικό Ποντιακής Διαλέκτου - Πολυχρόνη Ι. Μαυροκεφαλίδη

Παρατηρήσεις - Σχόλια