Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
ξεροπέαδον (το)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: ξεροπέαδον
Προφορά: ξεροπέαδον
1) πηγάδι που έχει στερέψει 2) πηγάδι με λίγο νερό
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Γενικά Σχόλια
Ενικός: ξεροπέαδον
Πληθυντικός: ξεροπέαδα
Παρατηρήσεις - Σχόλια