Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τρικάκαλος (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: τρικάκαλος Προφορά: τρικάκαλος
  1. 1) ο έχων τρεις όρχεις 2) ο πολύ ζωηρός Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια