Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

δρανίν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: δρανίν Προφορά: δρανίν
  1. καπνοδόχος, ράφι ονόμαζαν το φεγγίτη της στέγης, που είχε σκέπασμα (Ιδίωμα: Σταυρί, βλ.λ. καπάκ') Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Ήλε μ’ έλα ασό δρανίν κι ας παίρω σ’ ασήν πόρταν. (άνοιγμα της στέγης από το οποίον έβγαινε ο καπνός. Άν ήταν χτισμένο (καπνοδόχη), έφερε σκέπασμα με μεγάλη λίθινη πλάκα (πλακίν) ή κεραμίδια
    2) Η καντήλα σο δρανίν απάν’ επίασεν. (ράφι, Ιδίωμα: Νικόπολη)

  2. οριζόντια χωμάτινη στέγη Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  3. ράφι, φεγγίτης, καπνοδόχος, εξώστης 1) κοίλωμα τοίχου 2) το άνω μέρος της στέγης Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ουσιαστικό έδρανον

  4. καμινάδα Πηγή: Ανέκδοτη Προσωπική Συλλογή Δημητριάδη Μάριου
  5. η χωματένια σκεπή σε σπίτια του Πόντου Πηγή: Ελληνικό Λεξικό Ποντιακής Διαλέκτου - Πολυχρόνη Ι. Μαυροκεφαλίδη

Παρατηρήσεις - Σχόλια