καπνοδόχοςΠηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Επιπλέον Ερμηνείες:
1) άνοιγμα της στέγης από το οποίον έβγαινε ο καπνός. Άν ήταν χτισμένο (καπνοδόχη), έφερε σκέπασμα με μεγάλη λίθινη πλάκα (πλακίν) ή κεραμίδια
το δώμαΠηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης