Παράδειγμα:
Άν θέλτς και να χωρίσ̌κεσαι, θα ευκαιρώντς τ' αμπάρι σ'.
Ερμηνεία:
αδειάζω κάτι
παθητική:
ευκαιρούμαι = αδειάζω, αποπατώ, φέρομαι απερίσκεπτα
Προέλευση:
από το αρχαίο ευκαιρόω-ω με την ίδια έννοια
Χρόνοι:
παρατατικός ευκαίρωνα
μέλλοντας θα ευκαιρώνω και ευκαιρούμαι στην παθητική φωνη
αόριστος ευκαίρωσα και ευκαιρώθα στην παθητική φωνή
Προστακτική:
ευκαίρωσον!
Παράδειγμα:
« ευκαίρωσον τα παθενία ασ' α τσύπεα» ( άδειασε τα παχνιά απ' τ΄άχερα