Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

ευκαιρώνω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: ευκαιρώνω Προφορά: ευκαιρώνω
  1. αδειάζω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Άν θέλτς και να χωρίσ̌κεσαι, θα ευκαιρώντς τ' αμπάρι σ'.

  2. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Ερμηνεία:
    αδειάζω κάτι

    παθητική:
    ευκαιρούμαι = αδειάζω, αποπατώ, φέρομαι απερίσκεπτα

  3. αδειάζω Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  4. αδειάζω Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ευκαιρόω-ω με την ίδια έννοια

    Χρόνοι:
    παρατατικός ευκαίρωνα
    μέλλοντας θα ευκαιρώνω και ευκαιρούμαι στην παθητική φωνη
    αόριστος ευκαίρωσα και ευκαιρώθα στην παθητική φωνή

    Προστακτική:
    ευκαίρωσον!

    Παράδειγμα:
    « ευκαίρωσον τα παθενία ασ' α τσύπεα» ( άδειασε τα παχνιά απ' τ΄άχερα

Παρατηρήσεις - Σχόλια