Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τουμαλαεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: τουμαλαεύω Προφορά: τουμαλαεύω
  1. 1) βάζω φωτιά 2) ανάβω τσιγάρο 3) πονάει το κεφάλι μου (μεταφορικά) Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια