Προέλευση: τούρκικη, από την τουρκική λέξη hiç
Παράδειγμα: 1) Παρτσάδες ντο φτάω σε χίτσ̌ ου τουσ̌ουνεύεσαι. 2) Χίτσ̌ αδά σην αγρανεμίαν εβγαίν’ κανείς έξ’.
Επίρρημα ποσοτικό.