Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
μερεμετλαεύω
[Ρήμα]
Γραφή στην Ποντιακή: μερεμετλαεύω
Προφορά: μερεμετλαεύω
συγυρίζω, διορθώνω, τακτοποιώ
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
Παράδειγμα:
« εμερεμετλάεψεν το κονακόπον»
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Ιδιωματική Εκδοχή
μερεμετλεύω
Παρατηρήσεις - Σχόλια