Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

νισανλής (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: νισ̌ανλής Προφορά: νισανλής
  1. αρραβωνιαστικός Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Θηλυκό:
    νισανλή

Παρατηρήσεις - Σχόλια