Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

εμπονέστα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: εμπονέστα̤ Προφορά: εμπονέστεα
  1. η περίοδος της νηστείας Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

    Προέλευση :
    από το ρήμα εμπαίνω και το ουσιαστικό νηστεία

Παρατηρήσεις - Σχόλια