Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

νιέτ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: νιέτ' Προφορά: νιέτ
  1. πρόθεση, σκοπός, ιδέα Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Παράδειγμα:
    Εσέγκες σο νιέτ-ισ να τελέν'τσ την δουλείαν.

Παρατηρήσεις - Σχόλια