Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

σίχνα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: σίχνα Προφορά: σίχνα
  1. κηλίδα, λέρα 1) μελανό στίγμα του προσώπου 2) ουλή πληγής που θεραπεύτηκε 3) ίχνος ποδιού Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση :
    λατινική, από τη λατινική λέξη signum= σημείο, γνώρισμα

Παρατηρήσεις - Σχόλια