Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κάλη (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: κάλη Προφορά: κάλη
  1. γυναίκα, προσφιλής Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    από το επίθετο καλή

    Παράδειγμα:
    Άς έν’ ο Γιάννες αδελφό μ’ κ’ η κάλη ατ’ η νύφε μ’.

  2. αγαπημένη, σύζυγος Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  3. ερωμένη η αγαπητή σύζυγος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια