Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ενέασα [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: ενέασα Προφορά: ενέασα
  1. ξανάνιωσα έδειξα πιο νέος από ότι ήμουν, διατηρηθήκα νέος Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

    Προέλευση:
    από το αττικό ρήμα νεάζω

    Σχόλια:
    Ενεστώτας: νεάζω
    Παρατατικός: ενέαζα
    Μέλλοντας: θα νεάζω
    Προστακτική: νέασον!

    Παραδείγματα:
    Νεά' εις και πάς- ξαι κι λές να γερά' εις.
    Εγώ νεάζω γιατί κι' εφτάω ζωήν σποταλεμένον! (νεάζω γιατί δεν κάνω άσωτη ζωή)

    Αναφορά:
    το γαρ νεάζον... (Σοφοκλή Τραχίνιαι 144)

Παρατηρήσεις - Σχόλια