Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

μαχαιράζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: μαχͮαιρά̤ζω Προφορά: μασαιρεάζω
  1. 1) τραυματίζω κάποιον με μαχαίρι 2) κόβω κάτι με μαχαίρι Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια