Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

μαυρομματούσα (η) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: μαυρομματούσα Προφορά: μαυρομματούσα
  1. αυτή που έχει μαύρα μάτια Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια