Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

μωζίκα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: μοζίκα Προφορά: μωζίκα
  1. πρωτόγεννη αγελάδα Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

    1. Προέλευση:
    από το ηχομιμητικόν ρήμα οιμώζω - οίμοι. Θεωρεί απίθανη την σχέση της λέξης <μωζίκα> με το ρήμα οιμώζω, ο κ. Στ. Καψωμένος.

    2. Σχόλια:
    Γενική πτώση: τη μωζίκας
    Αιτιατική πτώση: την μωζίκαν

    3. Παράδειγμα:
    Κι ακούς την μωζίκαν, το μουσκάρ'(ι)ν ατ'ς ψαλαφάδεν ακούς τη γελάδα που ψάχνει το νιογεννητό της.

    4. Αναφορά:
    Ή κε μέγ' οιμώξειε γέρων ιππηλάτα Πηλεύς...- σίγουρα βαρειά θ΄ αναστέναζε ο γερό- ιππηλάτης ο Πηλέας- (Ιλιάδος Η 125)

Παρατηρήσεις - Σχόλια