1. Προέλευση:
από το ιωνικό αιμοδέω-ώ και αιμοδιάω-ώ με την αυτή σημασία.
2. Σχόλια:
Ενεστώτας: μωδώ
Μέλλοντας: θα μωδώ και μωδά̤σκουμαι
Αόριστος: αιμωδά̤στα
Προστακτική: μωδάγ'!
3. Παραδείγματα:
Έφαγα κοκκύμελα κι αιμοδά̤στεν το στόμα μ' - έφαγα κορόμηλα και μούδιασε το στόμα μου.
Ασό πολλά το καθισίον' μωδά̤σκουνταν τα ποδάρά̤ μ'.