1. Προέλευση: από το ιωνικό μηρυκάομαι - μηρυκώμαι.
2. Σχόλια: Ενεστώτας: μηρυκούμαι Μέλλοντας: θα μηρυκούμαι Αόριστος: εμηρυκάστα Προστακτική: μηρυκού!
3. Παράδειγμα: Μη μηρυκάσαι άμον την μωζίκαν! - Μην μηρυκάζεις σαν τη γελάδα.