Προέλευση: τουρκική, από την τουρκική λέξη hiç
Ιδίωμα: Σουρμένων
Παραδείγματα: 1) Ίτσ̌ ’κ’ ελάλεσεν. 2) Ίτσ̌ σο λογαριασμό ’κ’ είχαν ατο. 3) Ίτσ̌ μη φοβάσαι και λαλία μ’ εβγάλλεις!
Επίρρημα ποσοτικό.