Προέλευση:
από το αττικό ρήμα μαλάττω
Σχόλια:
Ενεστώτας: μαλάζω
Μέλλοντας: θα μαλάζω
Αόριστος: εμάλαξα
Προστακτική: μάλαξον!
Παράγωγα ουσιαστικά:
μαλέζ' (κουρκούτι), μαλαχτά ή μαλακτόν, τηγανητό έδεσμα
Παράδειγμα:
Ριγομένος είμαι, έλα μάλαξον ολίγον τ' ωμία μ'. - είμαι κρυωμένος έλα κάνε με εντριβή στην πλάτη.
Αναφορά:
Ει τα μέν σκήτη νομίζομεν υπό ελαίου μαλαττόμενα... (Λουκιανού Ανάχαρσις 24)