1. Προέλευση:
δεν προέρχεται από το αλίσκω, αναλίσκω, αναλώματα-λώματα, τα εις φθορά υποκείμενα όθεν εν προκειμένω και τα ενδύματα ως γενικώς πιστεύεται άλλ' είναι το μεταγενέστερων λώμα, λώματος και σημαίνει το κράσπεδο, τα άκρον φορέματος και είς τους Πόντιους - το φόρεμα εν γένει που είς την αττική διάλεκτο λεγόταν όχθοβος.
2. Σχόλια:
Ονομαστική πτώση: το λώμαν
Γενική πτώση: τη λώματι'(ου)
Αιτιατική πτώση: το λώμαν
3. Αναφορά:
Λώμα, ραφή, κλωσμός η είς το κατώτερον του ιματίου... (Ησύχιου Λεξικογράφου)