Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

λώματα [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: λώματα Προφορά: λώματα
  1. ρούχο, ενδύματα, φορεσιές Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

    1. Προέλευση:
    δεν προέρχεται από το αλίσκω, αναλίσκω, αναλώματα-λώματα, τα εις φθορά υποκείμενα όθεν εν προκειμένω και τα ενδύματα ως γενικώς πιστεύεται άλλ' είναι το μεταγενέστερων λώμα, λώματος και σημαίνει το κράσπεδο, τα άκρον φορέματος και είς τους Πόντιους - το φόρεμα εν γένει που είς την αττική διάλεκτο λεγόταν όχθοβος.

    2. Σχόλια:
    Ονομαστική πτώση: το λώμαν
    Γενική πτώση: τη λώματι'(ου)
    Αιτιατική πτώση: το λώμαν

    3. Αναφορά:
    Λώμα, ραφή, κλωσμός η είς το κατώτερον του ιματίου... (Ησύχιου Λεξικογράφου)

Παρατηρήσεις - Σχόλια