Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

λείξον [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: λείξον Προφορά: λείξον
  1. γλείψε Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

    1. Προέλευση:
    από το ιωνικό λείχω με την ίδια έννοια,

    2. Σχόλια:
    Ενεστώτας: λείχω
    Παρατατικός: έλειχα
    Μέλλοντας: θα λείχω
    Αόριστος: έλειξα

    3. Παράδειγμα:
    Εγώ καν'νάν καμίαν 'κι λείχω, όπως ατός ασά παλαιά έμαθεν να λείχ'! - Ποτέ μου κανέναν δεν κωλόγλειψα όπως έμαθε αυτός να γλείφει από τα παλιά.

    4. Αναφορά:
    Ωμηστής λέων άδην έλειξεν αίματος τυραννικού... (Αισχύλου Ευμενίδες 106)

Παρατηρήσεις - Σχόλια