1. Προέλευση:
από το ιωνικό λείχω με την ίδια έννοια,
2. Σχόλια:
Ενεστώτας: λείχω
Μέλλοντας: θα λείχω
Αόριστος: έλειξα
Προστακτική: λείξον!
3. Παράδειγμα:
Εγώ καν'άν καμμίαν κι' λείχω, όπως ατός ασά παλαιά έμαθεννα λείχ'! - Ποτέ μου κανέναν δεν κωλόγλειψα όπως έμαθε αυτός να γλείφει από τα παλιά.
4. Αναφορά:
Ωμηστής λέων άδην έλειξεν αίματος τυραννικού... (Αισχύλου Ευμενίδες 106)