1. Προέλευση:
από το αρχαίο λακτιώ
2. Σχόλια:
Ενεστλωτας: λαχτίζω
Παρατατικός: ελάχτιζα
Αόριστος: ελάχτισα
Προστακτική: λάχτισον!
Παράγωγο ουσιαστικό: η λάχτα, που σημαίνει κλωτσιά
3. Παραδείγματα:
Κάθ΄κα καλά ειδεμή δίγω σε έναν λαχτάν - κάθου καλά αλλιώς θα φας κλωτσιά!
Επρέστεν το χͮέρι μ' καί λαχτίζ' πολλά άσ̌κεμα - πρήστηκε το χέρι και πονάει δυνατά.
4. Αναφορά:
Σύν δ' ήλασ' οδόντας λακτίζων ποσί γαίαν... -σφίγγοντας τα δόντια κλώτσαγε τη γη με τα πόδια του ( Οδύσσειας Σ 99)