Προέλευση:
από το ιωνικό ιλάσκομαι με την έννοια του καταπραύνω, εξιλεώνω.
Σχόλια:
Ενεστώτας: λάσκουμαι
Παρατατικός: ελάσκουμ'νε
Μέλλοντας: θα λάσκουμαι
Προστακτική: λάστ' !
Παράγωγο ουσιαστικό:
το λασίον
Παράδειγμα:
Τραγωδεί καί λάσκηται - τραγουδάει και σουλατσάρει.
Αναφορά:
Οι δε πανημέριοι μολπή Θεόν ιλάσκοντο - ολοήμερα αυτοί, με τραγούδια καλοπιάνουν το Θεό... (Ιλιάδος Α 472)