1. Προέλευση:
από το ιωνικό ιλάσκομαι με την έννοια του καταπραύνω, εξιλεώνω.
2. Σχόλια:
Ενεστώτας: λάσκουμαι
Παρατατικός: ελάσκουμ'νε
Αόριστος: ελάστα
Προστακτική: λάστ' !
Παράγωγο ουσιαστικό: το λασίον
3. Παράδειγμα:
Τραγωδεί καί λάσκηται - τραγουδάει και σουλατσάρει.
4. Αναφορά:
Οι δε πανημέριοι μολπή Θεόν ιλάσκοντο - ολοήμερα αυτοί, με τραγούδια καλοπιάνουν το Θεό... (Ιλιάδος Α 472)