Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ελάσκουμνε [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: ελάσκουμ'νε Προφορά: ελάσκουμνε
  1. σουλάτσαρα, διασκέδαζα έκανα βόλτες, έκανα περίπατο, περιφερόμουν ανέμελα Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

    1. Προέλευση:
    από το ιωνικό ιλάσκομαι με την έννοια του καταπραύνω, εξιλεώνω.

    2. Σχόλια:
    Ενεστώτας: λάσκουμαι
    Μέλλοντας: θα λάσκουμαι
    Αόριστος: ελάστα
    Προστακτική: λάστ' !
    Παράγωγο ουσιαστικό: το λασίον

    3. Παράδειγμα:
    Τραγωδεί καί λάσκηται - τραγουδάει και σουλατσάρει.

    4. Αναφορά:
    Οι δε πανημέριοι μολπή Θεόν ιλάσκοντο - ολοήμερα αυτοί, με τραγούδια καλοπιάνουν το Θεό... (Ιλιάδος Α 472)

Παρατηρήσεις - Σχόλια