καλέβγαλτος (ο) [Επίθετο]
Γραφή στην Ποντιακή: καλέβγαλτος
Προφορά: καλέβγαλτος
-
ευκολοδιάβατος
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
για δρόμο, αυτός που εύκολα διανύεται
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης