Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

λαρός (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: λαρός Προφορά: λαρός
  1. ευχάριστος, ευάρεστος, ευδιάθετος Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

    1. Προέλευση:
    το αρχαίο ιλαρόω-ώ που σημαίνει προσφέρω χαρά και ευδιαθεσία, φαιδρύνω.

    2. Σχόλια:
    Ενεστώτας: λαρούμαι
    Παρατατικός: ελαρούμ'νε
    Μέλλοντος: θα λαρούμαι
    Αόριστος: ελαρώθα
    Προστακτική: λαρώθ' και λαρού!
    Παράγωγα ουσιαστικά: λαρός που σημαίνει ευχάριστος, ευάρεστος, ευδιάθετος
    λάρωμαν που σημαίνει αποθεραπεία

    3. Παράδειγμα:
    Ατώρα είμαι πολλά καλά, ελαρώθα!

    4. Αναφορά:
    Μη ιλαρώσης πρός αυτάς το προσωπόν σου... (Παλαιά Διαθήκη, Σοφία Σειράχ 7)

Παρατηρήσεις - Σχόλια