1. Προέλευση:
το αρχαίο ιλαρόω-ώ που σημαίνει προσφέρω χαρά και ευδιαθεσία, φαιδρύνω.
2. Σχόλια:
Ενεστώτας: λαρούμαι
Παρατατικός: ελαρούμ'νε
Μέλλοντος: θα λαρούμαι
Αόριστος: ελαρώθα
Προστακτική: λαρώθ' και λαρού!
Παράγωγα ουσιαστικά: λαρός που σημαίνει ευχάριστος, ευάρεστος, ευδιάθετος
λάρωμαν που σημαίνει αποθεραπεία
3. Παράδειγμα:
Ατώρα είμαι πολλά καλά, ελαρώθα!
4. Αναφορά:
Μη ιλαρώσης πρός αυτάς το προσωπόν σου... (Παλαιά Διαθήκη, Σοφία Σειράχ 7)