Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ελαρούμνε [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: ελαρούμ'νε Προφορά: ελαρούμνε
  1. θεραπευόμουν επανερχόμουν στην ψυχική και σωματική ευεξία Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

    Προέλευση:
    το αρχαίο ιλαρόω-ώ που σημαίνει προσφέρω χαρά και ευδιαθεσία, φαιδρύνω.

    Σχόλια:
    Ενεστώτας: λαρούμαι
    Μέλλοντος: θα λαρούμαι
    Αόριστος: ελαρώθα
    Προστακτική: λαρώθ' και λαρού!

    Παράγωγα ουσιαστικά:
    λαρός που σημαίνει ευχάριστος, ευάρεστος, ευδιάθετος, λάρωμαν (αποθεραπεία)

    Παράδειγμα:
    Ατώρα είμαι πολλά καλά, ελαρώθα!

    Αναφορά:
    Μη ιλαρώσης πρός αυτάς το προσωπόν σου... (Παλαιά Διαθήκη, Σοφία Σειράχ 7)

Παρατηρήσεις - Σχόλια