Προέλευση:
από το αττικό λαλέω-ώ με την ίδια έννοια.
Σχόλια:
Ενεστώτας: λαλώ
Παρατατικός: ελάλ'να
Μέλλοντας: θα λαλώ
Προστακτική: λαλ' και λάλεσον!
Παράγωγα ουσιαστικά: το λάλεμαν, η λαλία
Παραδείγματα:
Λάλ'με κι' ας λαλώ σε, φίλ'με κι' ας φιλώ σε!
Λάλ' τα πρόγατα σο ρασί'ν, κι' άν
Αναφορές:
Έπου μαλακίων δεύρ' ανύσας και μη λαλεί...(Αριστοφάνη, Εκκλησιάζουσες)